Ο ύπνος (2)

Who me?
Ο ύπνος (2)

"Είμαι δειλή, καταλαβαίνεις;" του είπε κοιτώντας το πάτωμα και χαμογελώντας ελαφρά, για να αποφύγει το βάρος που η λέξη δειλία έφερε. Δεν της άρεσαν τα βάρη, γι' αυτό απέφευγε τα μακαρόνια, τον έρωτα και τα παιδιά.

"Θα 'θελα τόσο πολύ να σε φιλήσω ή έστω να σε ακουμπήσω, αλλά δεν μπορώ. Είμαι δειλή! Ο φόβος είναι πάντα εκεί. Τρυπώνει μέσα μου όταν ελπίζω ότι θα με αγαπήσεις και ριζώνει όταν η ελπίδα γίνεται αδιαφορία. Tι με νοιάζει σκέφτομαι. Ούτε σε ξέρω, ούτε θα σε μάθω. Όλοι μόνοι είμαστε. Και όλοι οι μόνοι, δειλοί. Φοβισμένα σκουλήκια μιας υπόγειας αστικής ζούγκλας, που ψοφάμε για λίγο συναίσθημα. Τι με νοιάζει;" του είπε, στρέφοντας το βλέμμα της από το πάτωμα στην πόρτα. Από μικρή ήξερε ότι οι πόρτες είναι για τις δύσκολες ώρες. Εύκολες, χρήσιμες και πάντα διαθέσιμες. Τις ανοίγεις και φεύγεις.

"Ούτε γάτα, ούτε ζημιά!" είπε, έχοντας ένα ύφος μπλαζέ υπενθυμίζοντας στον εαυτό της ότι παραμένει δυναμική και ανεξάρτητη.

"Είμαι δειλή, πες μου ότι καταλαβαίνεις! Δεν έχω ιδέα πώς να εκφράσω κάτι τρυφερό! Τα χρόνια πέρασαν και νόμιζα ότι κρατούσα φυλαγμένο ένα κουτί μόνο για σένα, γεμάτο φράουλες και χώμα, αλλά το χώμα ήταν πιο πολύ απ' ότι περίμενα. Ποιος έχει χρόνο για τόσο ψάξιμο; Πολλές έλιωσαν από κλέφτες που έψαχναν χρυσό και άλλες από διψασμένους που έψαχναν νερό. Εγώ τους είπα ότι δεν θα ξεδιψάσουν από αυτό, αλλά ποιος ακούει όταν διψάει πολύ; Δεν φταις εσύ. Είναι ο φόβος, που είναι πάντα εκεί» του είπε τρυφερά, λίγο πιο θαρραλέα, αλλά ακόμα δειλά.

«Ο φόβος είναι πάντα εκεί, ακούς; Νόμιζα ότι είχα απαλλαχθεί. Χρόνια είχε να εμφανιστεί. Κοιμόμουν ήρεμη και τίποτα μέσα μου δεν ρωτούσε. Τώρα δεν μπορώ να κάνω και πολλά. Σκέφτομαι συνέχεια και κάνω λίγα. Η μυρωδιά σου είναι κολλημένη πάνω μου και όλο κάνω μπάνιο για να την εμποδίσω. Αυτή είναι πιο ύπουλη από τον φόβο. Τρυπώνει τα βράδια εκεί που όλα γίνονται στα κρυφά. Εκεί κάτω από τα σεντόνια που είμαστε οι άλλοι, αυτοί που θα θέλαμε να είμαστε το πρωί.

Η μυρωδιά όμως μένει πάντα εκεί. Με κρατάει τις ώρες που σε περιμένω, γιατί ξέρεις, το μόνο που κάνω είναι να περιμένω.» είπε και ξάπλωσε δίπλα του ήσυχα για να μην τον ξυπνήσει. «Σε περιμένω, να ξυπνήσεις. Περιμένω να γυρίσεις, περιμένω να με φιλήσεις ή κάτι να ρωτήσεις. Περιμένω να μ’ αγαπήσεις! Είμαι όμως δειλή και φοβάμαι τον τρόπο που θα με αγγίξεις, φοβάμαι το βλέμμα που θα μου ρίξεις, ακόμα και το φιλί που θα ζητήσεις. Είμαι δειλή και δεν ξέρω πως να σε αγαπήσω.» του είπε και τον σκέπασε απαλά για να μην κρυώσει.

«Πέταξα πολύ βάρος για να εξαφανίσω τον φόβο και ξέρεις, το να το πετάς είναι πολύ πιο δύσκολο από το να το σηκώνεις. Έμαθα να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, να τον αγαπάω και να τον προσέχω. Έμαθα να τον προστατεύω και να τον εξελίσσω. Δεν φοβάμαι πια! Δεν με αγγίζει τίποτα. Πλέον επιλέγω τι θα με βλάψει και τι θα με παρασύρει! Εγώ έχω τον έλεγχο, καταλαβαίνεις;

Κάποτε προσπάθησα να ξαναβρώ τον φόβο, αλλά μην ρωτάς γιατί, είχε εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε ούτε στις πιο σκοτεινές νύχτες, τις πιο ιδρωμένες από το κενό. Ούτε στα πιο παλιά σπίτια των παιδικών αναμνήσεων. Ο φόβος είχε εξαφανιστεί! Τα σεντόνια ήτανε ζεστά και οι τοίχοι είχαν πάψει να ξεφλουδίζουν. Οι βρύσες ήταν καλά βιδωμένες και σχεδόν φρακαρισμένες. Νερό έπινα πάντοτε συσκευασμένο και οι πόρτες ήτανε κλειστές με συστήματα ασφαλείας με αυτόματο συναγερμό και ποτιστικό. Λουλούδια διαρκείας και καμιά φορά εποχιακά, έτσι για την αλλαγή, αλλά να ξέρω ακριβώς πόσο διαρκούν, γιατί αλλιώς δεν μπορώ. Φοβάμαι ότι φταίω εγώ, ότι δεν προσπάθησα πολύ και ότι το χώμα μου ήτανε ξερό, πώς να χορτάσει το φυτό;

Το χώμα μου, αλήθεια, το θέλω υγρό, να ξεχειλίζει από κόκκινο υγρό, αλλά δεν μπορώ! Είμαι δειλή και ο φόβος είναι πάντα εκεί. Ο φόβος είσαι εσύ! Τα δάχτυλά σου που όλο φεύγουν πριν χορτάσω και το βλέμμα σου που δεν  προλαβαίνω πριν το χάσω. Είσαι εσύ που φοβάμαι ότι θα φύγεις και η μυρωδιά σου, αυτή η μυρωδιά που φοβάμαι πως θα μείνει . Δεν καταλαβαίνεις έτσι; Εσύ είσαι πιο δυνατός!» του είπε και σηκώθηκε να φύγει σχεδόν τρέχοντας, σίγουρη για την σωστή επιλογή.

Το βράδυ γίνεται ξαφνικά πρωί. Αυτός σηκώνει το κεφάλι και αγουροξυπνημένος, της γνέφει γλυκά να πλησιάσει. Περιμένει για να ‘ρθει...

«Είμαι δειλή!» του λέει και παραμένει εκεί παγωμένη, χωρίς να πλησιάζει, αλλά και χωρίς να φεύγει. Τον κοιτάζει από μακρυά, φοβισμένη, σχεδόν παγωμένη και τα δάχτυλά της τα κρατάει σφιχτά κλεισμένα για να μην χάσει όλο το χώμα. Αυτός περιμένει λίγο ακόμα, μα δεν έρχεται κανείς. Μόνο το χώμα γλιστράει συνεχώς για πολύ ώρα και ξαφνικά ξερνάει από το στόμα πέντε φράουλες πάνω στο χώμα. Αυτός είναι εκεί και περιμένει για να ΄ρθει. Ιδρωμένος από το πολύ νερό, κοιτάζει εξαντλημένα και σχεδόν απορημένα. Δεν έρχεται κανείς. Την περιμένει κι άλλο, μα δεν έρχεται κανείς. Επίμονα την κοιτάζει για να ρθεί. Δεν έρχεται κανείς. Κάνει τρεις κινήσεις για να βολευτεί και ξανακοιμάται. Δεν έρχεται κανείς...

«Δεν καταλαβαίνεις...Δεν βλέπεις...» του λέει και ανοίγει την πόρτα, αφήνοντας ίχνη από χώμα και κόκκινα ζουμιά, για να πάει να κοιμηθεί.

Καλλιόπη Μανδρέκα, 9/9/2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ