Μονόλογος Αποχωρητηρίου

Who me?
Μονόλογος Αποχωρητηρίου
Σ’ αγάπησα αλήθεια. Αγάπη...Έρωτας...Μην με ρωτάς, δεν ξέρω. Μακάρι μία από όλες αυτές τις σκέψεις που προσπαθούν να ορίσουν και να εξηγήσουν, μακάρι μία, έστω μισή, να μπορούσε να σταθεροποιηθεί. Ακόμα περιμένω. Πρώτη φορά περιμένω. Περιμένω όταν πίνω την πρώτη γουλιά νερό, τα ξημερώματα , όταν πάω να κατουρήσω. Ακόμα και όταν βγάζω τα φρύδια μου. Περιμένω την ώρα που περιμένω το μετρό και όταν ακούω στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις των οκτώ.
 
Έχω μάθει να περιμένω και κάποιες στιγμές, που σου μιλάω σε γιορτές, κλείνουμε και  μετά πάλι περιμένω. Δεν έχω συνηθίσει σε τέτοια πράγματα και αισθάνομαι περίεργα. Ξέρεις, είμαι τριανταπέντε. Οι γυναίκες σε αυτήν την ηλικία ξέρουν. Ξέρουν πως να διαχειριστούν τις καταστάσεις. Τις επικοινωνούν! Στον ψυχολόγο τους, στον φίλο τους, στον σκύλο τους, ακόμα και σε αυτόν που διαφωνούν. Ξέρουν να λύνουν τα προβλήματα με την συζήτηση. Ένα, δύο, τρία βήματα. Τα κάνεις και επαναφέρεσαι στην λειτουργικότητα.
 
Δουλεύεις, τρως, εξελίσσεσαι... Συμπαθείς και  αγαπάς. Όλα καλά! Δεν  σκέφτεσαι για πολύ τα χαμένα. Τα χαμένα παίρνουν ενέργεια από την ζωή σου. Εσύ θες να ζήσεις! Ζήσε! Εσύ ενδιαφέρεσαι μόνο για αυτά που είναι διαχειρίσιμα, γι’ αυτά που θέλουν να τα διαχειριστείς. Στην εταιρεία, διαχειρίζεσαι όλα τα διαχειρίσιμα. Διαχειρίζεσαι τους ανθρώπους, τα έπιπλα, τα χαρτιά και τα λεφτά. Όλα περνάνε από τα χέρια σου εύκολα, χωρίς να σου ζητάνε πολλά. Εύκολα. Χωρίς να απαιτούν και χωρίς να παρακαλούν. Ούτε πιέσεις, ούτε ενοχές. Εύκολα.
Μπορώ να σου μιλάω πολύ ώρα για τις θεωρίες μου. Το μυαλό μου βρίσκει πάντα διαχειρίσιμες διόδους, για να ξεφύγει. 35 χρονών. Κρύβεται εύκολα. 35 χρονών. Φεύγει εύκολα. Θα 'θελα να μπορούσα να σου μιλήσω ειλικρινά, αλλά η εισαγωγή μου μπορεί να κρατήσει πολύ ακόμα, μέχρι να τολμήσω. 
 
Ξέρεις, ζω σε ένα σπίτι απίστευτα λευκό. Μπαίνεις μέσα και δυσκολεύεσαι να ανοίξεις τα μάτια σου. Δεν μπορείς και νευριάζεις, οπότε τα κρατάς κλειστά. Δεν ασχολείσαι. Αδιαφορείς! Γιατί να ασχοληθείς με κάτι που δεν βλέπεις; Έτσι κυκλοφορώ στο σπίτι με τα μάτια μου κλειστά. Πέφτω πάνω στα τραπεζάκια και όλο μπερδεύω την κουζίνα με το μπάνιο. Χτες ξύπνησα τα ξημερώματα και πήγα να κατουρήσω στην κουζίνα. Πήρα την καρέκλα από το τραπέζι, την τοποθέτησα, πολύ σίγουρη για την πράξη μου στην μέση, απέναντι από το ψυγείο και κάθισα. Φορούσα ένα κοντό σατέν  νυχτικό και την κιλότα μου κανονικά, την οποία φοράω κάθε βράδυ, κανονικά.  Η επιλογή μου να κοιμάμαι γυμνή μαζί σου ήταν μόνο και μόνο για να σε κάνω να με αγκαλιάζεις πιο συχνά. Δεν τα κατάφερα, αλλά προσπάθησα. Δεν την έβγαλα. Άρχισα να κατουράω και το ζεστό υγρό με έκανε να νιώσω κάπως παράξενα, ανοίκεια. Παραμέρισα αυτά τα αισθήματα και  συνέχισα, σηκώνοντας απλά τα πόδια μου ψηλά για να μην βρέχομαι. Διαχειρίστηκα σοφά το εμπόδιο και απέφυγα το σοβαρό ατύχημα τού να κατουρηθώ απάνω μου. Πραγματικά ανακουφίστηκα. Προφανώς κατουριόμουν πολύ ώρα. Σηκώθηκα και με απίστευτη ηρεμία και μαεστρία έπιασα το κουβά με την σφουγγαρίστρα και πήγα στο μπάνιο να τον γεμίσω με νερό. Γύρισα πίσω και καθάρισα όλες τις ακαθαρσίες. Με απαλές κινήσεις, χωρίς φόβο και ενοχές για αυτό που είχα κάνει. Με την ίδια άνεση που πλένεις τα δόντια σου, τόσο σίγουρη ότι κάνω το σωστό. Δεν σκέφτηκα ότι είμαι άρρωστη, ούτε ότι έχω κάποια ανίατη ασθένεια, που πρέπει να διορθώσω. Οι κινήσεις μου γίνονταν εύκολα, έμοιαζαν σχεδόν χορευτικές. Όλα έλαμψαν από καθαριότητα. Γύρισα την καρέκλα στο τραπέζι και έπεσα για ύπνο. 
 
Το πρωί που ξύπνησα ήταν πολύ δύσκολο να διαχειριστώ την κατάσταση μου. Θυμόμουν ξεκάθαρα το συμβάν και το χειρότερο, θυμόμουν ξεκάθαρα την ηρεμία και τη σιγουριά, που συνόδευε τις κινήσεις μου. Θυμόμουν την χαρά και την ανακούφιση που ένιωθα, καθώς έκανα αυτό το εντελώς παράλογο πράγμα. Μπήκα στο ίντερνετ για να ψάξω ανθρώπους που είχαν πάθει το ίδιο. Ρώτησα μερικούς  για να μου πουν την άποψη τους. Δεν βρήκα τίποτα. Ούτε ένας δεν είχε να πει κάτι χρήσιμο για την περίπτωση μου. Κανείς δεν είχε κατουρήσει στην μέση της κουζίνας με τέτοια ηρεμία και σιγουριά. Κάποιοι μιλούσαν για υπνοβασία. Ποια υπνοβασία; Αφού θυμόμουν με κάθε λεπτομέρεια τι έκανα. Άλλοι μιλούσαν για διαταραχές ύπνου, ανάλογες με τις διατροφικές, που ξυπνάς την νύχτα και ρημάζεις το ψυγείο. Δεν καταλάβαινα πολλά και δεν ήθελα να καταλάβω! Κανένας δεν είχε πάθει ακριβώς αυτό που είχα πάθει εγώ, οπότε όλα μου φαίνονταν ανούσια. Το μόνο που κράτησα ήταν το να μην πίνω νερό πριν κοιμηθώ. Λογική σκέψη. Πρακτικές λύσεις ήθελα, μόνιμες και άμεσες. Δεν έπιασε.
 
Είμαι σίγουρη ότι αρκετοί από αυτούς που ρώτησα, το είχαν πάθει κι αυτοί, αλλά δεν το παραδέχτηκαν ή τους είχε τρομάξει τόσο το γεγονός, που το διέγραψαν από την μνήμη τους. Δεν μπορεί ούτε ένας άνθρωπος στον κόσμο αυτό να μην έχει κατουρήσει στην μέση της κουζίνας , σίγουρος ότι πράττει κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Αφού εξάντλησα τους ουρολόγους και  τους νευρολόγους, το είπα και στον ψυχολόγο μου. Είμαι σίγουρη πως θα είχε κάτι πολύ σημαντικό να πει για τον συμβολισμό της πράξης μου και για τις θετικές επιπτώσεις, που έχει η ζωή όταν σταματάω να κρίνω αυτά που κάνω. Όντως, όταν έκανα αυτές τις σκέψεις, ένιωθα απόλυτη ανακούφιση και ευχαρίστηση, τολμώ να πω. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για μια οποιαδήποτε πράξη! Εδώ μιλάμε για ένα κατούρημα στην κουζίνα. Όχι στο κρεβάτι, ούτε στον κήπο! Στην κουζίνα! Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Του το είπα τα τελευταία τρία λεπτά της συνεδρίας. Πάντα το κάνω αυτό, όταν δεν θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, αποφεύγοντας  με αυτό το τρόπο, να κατηγορήσω τον εαυτό μου για ατολμία. Ποια ατολμία; Εδώ κατουράω στην μέση της κουζίνας! Νομίζω ότι αν ένας άνθρωπος τολμήσει να το κάνει αυτό, μπορεί να τολμήσει τα πάντα!
 
Ντρεπόμουν! Δεν ήταν φυσιολογικό! Συνέχισα όμως να το κάνω κάθε βράδυ την ίδια ώρα, με την ίδια ηρεμία και σιγουριά, καταργώντας  ασυνείδητα το μόνο δεδομένο που έχουμε σε αυτή την ζωή, τη μόνη σταθερά, που μας διαχωρίζει από τα ζώα και τους τρελούς! Το κατούρημα στην λεκάνη! Τολμώ να πω ότι κάποιες στιγμές ανυπομονούσα να έρθει αυτή η στιγμή του θάρρους και της αντίστασης. Γιατί να μην το πω, της επανάστασης!  Ήμουν η μόνη σε αυτόν τον άκρως συμβιβασμένο κόσμο, που τόλμησε να παρακάμψει τον κυριότερο κανόνα, που σου μαθαίνουν από την πρώτη στιγμή που γεννιέσαι! Να κατουράς στο μπάνιο και δη στη λεκάνη! Δεν φοβόμουν για τις συνέπειες. Τολμούσα να ξεφτιλίζομαι συνεχόμενα, καθημερινά έβλεπα τον εαυτό μου να ξεγυμνώνεται και να κατουράει στην μέση της κουζίνας, να σέρνεται, άλλες φορές να γλιστράει, άλλες να πέφτει και να μένει ξαπλωμένη εκεί, ήρεμη, σίγουρη για την αλήθεια αυτής της εξοντωτικής πράξης. Εξοντωτική, γιατί κάθε μέρα γκρέμιζα όλα τα τείχη της κοινωνικής ευπρέπειας και της υπερήφανης φύσης μου. Έμοιαζα με ένα ζωύφιο, ξεχασμένο σε μία κοίτη επαχθούς ευτυχίας.
 Ανυπομονούσα να πέσω στο κρεβάτι. Πολλές φορές έκλεινα τα μάτια κατευθείαν και δάγκωνα τα χείλη μου, σχεδόν ερωτικά, περιμένοντας να έρθει η ώρα που θα παραδοθώ σε αυτή την μοναδική στιγμή, που θα ένιωθα ελεύθερη, μακριά από κάθε πρέπει και μη, μακριά από κάθε όχι και δεν είναι σωστό, μακριά από κάθε πρέπει να κοιτάξεις την υγεία σου και πρέπει να κοιτάξεις την ζωή σου, να ξεπεράσεις τις εμμονές και να κοιτάξεις τον εαυτό σου. Περίμενα, τόσο πολύ περίμενα...Δεν έτρωγα και δεν κοιμόμουν...Περίμενα... Περίμενα όταν έπινα την πρώτη γουλιά νερό και όταν έβγαζα τα φρύδια μου...Περίμενα όταν περίμενα στο μετρό και όταν συναντούσα τους φίλους μου στο εστιατόριο....Περίμενα, μόνο περίμενα...Συνεχώς περίμενα...
 
Το ξέρω ότι δεν πρέπει, αλλά κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα εξηγήσεις...Σε πιάνουν στον ύπνο, εκεί που οι αντιστάσεις έχουν λυγίσει, εκεί που δεν υπάρχει κανείς να σου πει τι είναι σωστό και τι λάθος, εκεί που δεν ακούς και δεν σκέφτεσαι... Άλλα πράγματα σε κινούν, πράγματα που δεν μπορείς να ορίσεις, η γλώσσα σου, που πρήζεται ξαφνικά και γεμίζει σάλια, οι κόρες τον ματιών σου, που βλέπουν μόνο σημεία, ένα σκίσιμο στα χείλη και λίγο αίμα. Η καρδιά, που χτυπάει και γεμίζει το σπίτι ρωγμές και αλήθεια. Δεν εξηγούνται αυτά τα πράγματα...Τα θες! Με όλη σου την ψυχή τα θες και τολμάς. Αμφισβητώντας τις ώρες και τα λεπτά, απλά περιμένοντας...Θες! Μόνο θες... Δεν ξέρεις τι θες... Είναι αυτή η άρρωστη μυρωδιά, αυτό το όχι και το μη. Αυτός ο πόνος, που σε διαλύει, δαγκώνεις παράθυρα και ουρλιάζεις για να 'ρθει. Περιμένεις όλη μέρα, που έχει γίνει πάλι νύχτα και η νύχτα περνά και γίνεται μέρα και τα μάτια σου μονίμως ανοιχτά, περιμένουν, δεν κοιμούνται, δεν ξεχνιούνται. Θες, μόνο θες. Αγαπάς λες και κλαις, αλλά κανείς δεν είναι εκεί. Μόνος παρακαλάς και περιμένεις. Μόνος κλαις και περιμένεις...Γιατί στις πιο σπουδαίες πράξεις είσαι πάντα μόνος και το ξέρεις...Μόνος γεννιέσαι και μόνος πεθαίνεις...Τα κλασικά κλισέ, αλλά δεν σταματάς να περιμένεις...
 
Περιμένεις και ξαναπεριμένεις, μέχρι που ξαφνικά κάτι μέσα σου ξυπνά. Η τρέλα φεύγει ξαφνικά και βλέπεις καθαρά...Έτσι απλά, εκεί που κοιτάς δυο μικρά πουλιά. Σαν να σου 'ριξαν ένα κουβά νερό και σου παν 'Άμε στο καλό'! Ούτε θυμάσαι πώς, ούτε γιατί, απλά ξυπνάς καλά ένα πρωί. Είσαι πάλι ενεργός, κάπως μουδιασμένος, ίσως λίγο συννεφιασμένος, αλλά σχετικά καλά, αν εξαιρέσεις τα άπλυτα μαλλιά και δυό, τρεις τρύπες στα λαιμά. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις. Ήσουν για μια περίοδο της ζωής σου μια τυφλή, μια κουφή, μια μικρή, μια εντελώς τρελή... Πίστεψες σε αυτά τα γυναικουλίστικα, τα μεταφυσικά και τα συμβολικά... Γελάς... Οι εξετάσεις σου όλες καλές... Απλά ένας γιατρός με γυαλιά, γλυκός, μα παραήταν σοβαρός, σου λέει "ψύχωση" και εσύ δεν καταλαβαίνεις...Όχι, του λες, εμψύχωση, θέλω εμψύχωση. Δεν είμαι καλά. Έλα να κάνουμε παιδιά. Χαμογελά. Και έτσι γνώρισες τον γιατρό με τα γυαλιά.
 
Όλα φυσιολογικά. Αγκαλιές, φιλιά, άντε και κανά σινεμά. Δεν τον θες, αλλά τουλάχιστον το βράδυ είναι καλά. Σε κρατάει στα ζεστά. Εσύ ήσουν ειλικρινής, είπες ότι αγάπη δεν υπάρχει πια, ότι ο έρωτας είναι για τα παιδιά, ότι ας είμαστε μαζί για τα τυπικά , άντε μήπως κάνουμε και παιδιά, αλλά στο λέω, αγάπη δεν υπάρχει πια! Και αυτός απλά χαμογελά και στραβώνουν λίγο τα γυαλιά.
 
Και περνάει αρκετός καιρός κι εσύ αρχίζεις να γελάς λίγο πιο συχνά. Και τα βράδια, δεν πέφτεις να κοιμηθείς πριν σε πάρει αγκαλιά. Και κάποιες φορές τολμάς να τον αγκαλιάσεις εσύ. Αυτός σε κοιτά και χαμογελά. Είναι ήρεμος και καλός, σχεδόν βαρετός, αλλά τι πειράζει, είναι πολύ γλυκός και είναι εδώ. Έρχεται η βραδιά που σου λέει σ' αγαπώ και τον κοιτάς με ύφος στραβό και του λες φύγε, σε μισώ! Δεν μ΄ αρέσει να το ακούω αυτό! Στο ΄χα πει απ΄την αρχή. Η αγάπη είναι για τα παιδιά και τους τρελούς! Φύγε και μην ξαναρθείς! 
 
Και φεύγει, αλλά εσύ πλέον ξέρεις. Δεν πονάς και δεν περιμένεις. Συνεχίζεις και δουλεύεις. Περνάν οι μέρες και ένα βράδυ έρχεται ο γιατρός με τα γυαλιά και χτυπάει την πόρτα σου γλυκά. "Σε μισώ κι εγώ πολύ, αλλά θέλω να σε παντρευτώ, έτσι για το καλό" κι εσύ γελάς και του λες ευχαριστώ, αλλά δεν σε αγαπώ. Εντάξει λέει αυτός, απλά να ξέρεις ότι εγώ είμαι εδώ. Και όντως μένει εκεί. 
 
Ξυπνάμε μαζί και τρώμε πρωινό. Και η μέρα κυλάει γλυκά, όπως αυτά τα μαύρα του γυαλιά. Και περπατάς στα μαγαζιά και βλέπεις ένα κασκόλ και λες "Θα πηγαίνει πολύ με τα μαύρα του γυαλιά" και έτσι του παίρνεις το πρώτο δώρο. Και την επόμενη μέρα ανεβάζεις πυρετό και δεν πάει στη δουλειά για να σου φτιάξει σούπα και έτσι περνάτε το πρώτο σας ρεπό. Και οι μέρες να κυλάν απλά, χωρίς πολλά πολλά. Και έτσι απλά ένας γιατρός με γλυκά γυαλιά, έγινε ο άνθρωπος, που μοιάζει να φέρεται γλυκά. Είναι αυτός που του λες τα μυστικά σου και αυτός που ψιθυρίζεις τα στραβά σου και αυτός είναι πάντα εκεί και χαμογελά. Είναι αυτός, χωρίς πολλά πολλά. Δεν ζητάει πολλά, αλλά μοιάζει να δίνει αρκετά. Είναι απλά εκεί, χωρίς πολλά πολλά. Σε ακούει και συνέχεια σε κοιτά με αυτά τα γυαλάκια τα γλυκά κι εσύ γελάς γιατί ξέρεις ότι είναι εδώ, γιατί θέλει να είσαι εσύ εκεί. Κι εσύ, χωρίς να ξέρεις  γιατί, δεν θα φύγεις από κει. Έμεινες και έκανες παιδιά, που τα αγάπησες πολύ και φύγανε κι αυτά. Αυτός όμως είναι ακόμα εδώ. Είναι ένας γλυκός παππούς και φοράει ακόμα αυτά τα γλυκά γυαλιά και σε κοιτάει όπως πάντα και χαμογελά. Είναι ακόμα εδώ! Κι εσύ είσαι μια χαρούμενη γιαγιά, που ακόμα φοβάται να ακούει σ΄αγαπώ, αλλά τι πειράζει, δεν είναι και τόσο κακό. 
 
Να τος, ήρθε με γλυκά και εφημερίδα, σκύβει και κοιτά σαν παππούς που αγαπά: "Σε μισώ,να το ξέρεις... Σε μισώ..." Γελάς και τον βλέπεις να χαϊδεύει το μικρό σκυλί και του βάζει το λουρί. "Θα σε περιμένω, να φάμε μαζί". "Δεν χρειάζεται να περιμένεις, εγώ είμαι εδώ." "Μα εσύ περίμενες πολύ, γιατί; " "Γιατί αγαπώ αυτήν την μικρή ελιά, που 'χεις εδώ ψηλά."
 
ΤΕΛΟΣ
 
Καλλιόπη Μανδρέκα, 5-9-2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ